διασκάπτω

διασκάπτω, [dialect] Dor. [ per.] 3pl. [tense] fut.
A

-σκάψοντι Tab.Heracl.1.131

:—dig through,

ἰσθμόν Paus.2.1.5

; δ. τὰ τείχη make a breach in them, Lys. 13.14; ῥόως τῷ ὕδατι make a breach for water in the canals, Tab.Heracl. l. c., cf. Ph.Bel.98.27: also c. gen.,

τοῦ τείχους Plu.Pyrrh. 33

; excavate,

τάφον Charito 8.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασκάπτω — dig through pres subj act 1st sg διασκάπτω dig through pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάπτω — (AM διασκάπτω) 1. ανοίγω αυλάκι σκάβοντας 2. καταστρέφω, ανατρέπω 3. ανασκάπτω, ξεσκάβω …   Dictionary of Greek

  • διασκάπτῃ — διασκάπτω dig through pres subj mp 2nd sg διασκάπτω dig through pres ind mp 2nd sg διασκάπτω dig through pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάψῃ — διασκάπτω dig through aor subj mid 2nd sg διασκάπτω dig through aor subj act 3rd sg διασκάπτω dig through fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκαπτόντων — διασκάπτω dig through pres part act masc/neut gen pl διασκάπτω dig through pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάπτει — διασκάπτω dig through pres ind mp 2nd sg διασκάπτω dig through pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάπτοντα — διασκάπτω dig through pres part act neut nom/voc/acc pl διασκάπτω dig through pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάπτουσι — διασκάπτω dig through pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασκάπτω dig through pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάπτουσιν — διασκάπτω dig through pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασκάπτω dig through pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάψαι — διασκάπτω dig through aor inf act διασκάψαῑ , διασκάπτω dig through aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκάψομεν — διασκάπτω dig through aor subj act 1st pl (epic) διασκάπτω dig through fut ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.